Rozalia
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos
  • slideshow photos

η ιστορία         της Ροζαλίας

H τρελή των Εξαρχείων

ΠΡΩΙ ΜΑΓΙΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ και η πλατεία των εξαρχείων είναι ακόμη αδειανή. Σε λίγο τα τραπεζάκια κάτω από τα δέντρα και τις τέντες, γωνία Θεμιστοκλέους και Ανδρέα μεταξά στο «Αναπαλαιωμένο» διώροφο που τώρα είναι στέκι της νεολαίας και κάποτε ήτανε το μπακάλικο του Σταύρου Ξινογαλά, θα πλημμυρίσουν πελάτες: Νέους με φθαρμένα μπλου τζίν που θα αφήσουν τα μηχανάκια τους παρακάτω και θα έρθουν με βήμα βαριεστημένο, κοπέλες με ανακατωμένα μαλλιά που το μάτι τους ανέμελο τάχα παίζει αριστερά και δεξιά, και άλλος θα παραγγέλνει παγωμένο καφέ, άλλος ζεστή σοκολάτα...

Καρφίτσα δεν πέφτει και στις καρέκλες της παραπάνω γωνίας, Θεμιστοκλέους και Βαλτετσίου, εκεί που άλλοτε ήταν η ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Θα γεμίσουν κι οι πολυκατοικίες μπροστά στο άλλοτε ΦΛΟΡΑΛ, το παλιό ζαχαροπλαστείο, εκεί στο ισόγειο της μπλε πολυκατοικίας, που είχε τον καιρό του πολέμου στην ταράτσα της την μεγάλη σειρήνα να σημαίνει τους συναγερμούς, διαγωνίως από το ΒΟΞ, το θερινό σινεμά, Θεμιστοκλέους και Αραχόβης.

Μπαίνω στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου. Περνώ ανάμεσα από τα τραπεζάκια. Με τραπεζομάντιλα πλαστικά και καρό. Στ' αριστερά μου η ταβέρνα «Ροζαλία». Εκεί ακριβώς που ήταν το υπόγειο της κυρά Αυγούστας...
 
«Αν δεν φας το πλιγούρι σου, θα φωνάξω την κυρά Αυγούστα!» φοβέριζαν στην Κατοχή τα παιδιά τους οι μανάδες της γειτονιάς.

Το πλιγούρι το μαγείρευαν όσες φορές δεν έβρισκαν τίποτα άλλο να αγοράσουν – μια στάλα ρύζι με μπόλικα πετραδάκια, κανένα όσπριο μουχλιασμένο, λίγο αλεύρι μες στο σκουλήκι – από το μπακάλικο του Σταύρου Ξινογαλά. Κι έπρεπε άνοστο ξάνοστο, να φαγωθεί, να μην μείνουν τα παιδιά σκέτα κόκαλα.

Δεν ήταν μονάχα για το πλιγούρι μπαμπούλας η κυρά Αυγούστα. Ήταν και για τις σκανταλιές και για πολλά τρεχοβολητά στον λόφο του Στρέφη, και για τα γδαρμένα γόνατα, και τα για τα ρούχα τα τριμμένα που σκίζονταν εύκολα με το παιχνίδι - αμπάριζα και κρυφτό και πόλεμο με αυτοσχέδια ξύλινα όπλα...

«Θα φωνάξω την κυρά Αυγούστα!»

Και σούζα όλοι, ο αδελφός μου ο Μάνος και οι φίλοι του – ο Μίλων, ο Λεωνίδας, ο Ιορδάνης, ο Αλέκος και οι άλλοι – που πήγαιναν πια και σχολείο, από κοντά και εγώ το νήπιο, το μόνο κορίτσι, το «νιάνιαρο» της συντροφιάς.

Πώς να μην φοβηθείς την κυρά Αυγούστα; Έτρωγε λέει, παιδιά! Το μάτι της το άγριο, τα μαλλιά της τα βαμμένα φτερό κορακιού, μύτη γαμψή, στην πλάτη καμπούρα και τα ρούχα της κουρελιασμένα και βρόμικα να σέρνονται μέχρι κάτω. Ξεπρόβαλλε κάθε τόσο στο κατώφλι την να γρυλίσει λέξεις ακατανόητες, να πάρει ότι αποφάγι της άφηνε πού και πού η μικροκαμωμένη Ιωάννα που δούλευε στου Ξινογαλά και ύστερα να αποτραβηχτεί και να λουφάξει πάλι στο σκοτεινό, τρομαχτικό της υπόγειο άντρο, απ' όπου φορές ακούγονταν ήχοι παράξενοι, ανεξήγητοι. Και τις νύχτες, έλεγαν στην γειτονιά, τριγυρνούσε αλλοπαρμένη στους δρόμους, και ας ήταν θανατερά επικίνδυνο να βγαίνει κανείς τις ώρες που απαγορεύονταν η κυκλοφορία.
 
«Κολοκύθια! Εγώ δεν πιστεύω πως τρώει παιδιά», σήκωσε άφοβα το κεφάλι μια μέρα ο Μίλων, που ένιωθε μεγαλύτερος.
«Εγώ το πιστεύω», τρεμούλιασε ο Ιορδάνης.

«Και εγώ!», πετάχτηκε ο Λεωνίδας, «και προχτές είδα με τα μάτια μου έναν νεαρό μες στο υπόγειο. Τον είδα, σας λέω! Ήταν αδύνατος το μούτρο του ασπριδερό και φορούσε μπλε παντελόνι σκισμένο».

«Και πως τον είδες αφού είναι σκοτάδι εκεί μέσα;»
Τον κοίταξε δύσπιστα ο Αλέκος, «και που είναι τώρα; Γιατί δεν τον είδε κανείς άλλος;»

«Γιατί το έφαγε, βρέ κουτέ!», απάντησε ο Λεωνίδας με θρίαμβο.
Αδύνατο να πάει κάτω η νερόσουπα εκείνο το βράδυ. Στο μυαλό μου αγρίευε περισσότερο η κυρά Αυγούστα, τέρας γινότανε απαίσιο, μάγισσα φοβερή, χειρότερη και από δράκους που με τρόμαζαν κάθε ημέρα, όταν τους έβλεπα να περνούν αγριωποί από την γειτονιά με τις μαυροπράσινες στολές και να χτυπούν δυνατά, γκαπ – γκουπ, τις γυαλιστερές τους μπότες στο πεζοδρόμιο – Ναζί τους έλεγαν οι μεγάλοι.
 
Ώσπου μια μέρα χάθηκε από την γειτονιά η κυρά Αυγούστα Δεκέμβρης του 1943 πρέπει να είχε φτάσει.
«Θα πέθανε από την πείνα και την πήρε το κάρο της Δημαρχίας», κούνησε το κεφάλι ο πατέρας μου.
«Ίσως να βγήκε πάλι την νύχτα και να την έπιασε η Γκεστάπο – τρελή γυναίκα, τι περιμένεις.», σκέφτηκε η μάνα μου φωναχτά.
«Μπορεί να την έπιασαν για άλλο λόγο», είπε με νόημα μες' απ' τα δόντια της η ξαδέρφη μας η Όλγα – δεύτερη μάνα και μεγάλη μου αδερφή την λογάριαζα - που τα ήξερε όλα στην γειτονιά. Δεν έμαθε κανένας τελικά πως εξαφανίστηκε η κυρά Αυγούστα.

Πολλά χρόνια αργότερα έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο με ονόματα αντιστασιακών που εκτελέστηκαν από του Γερμανούς. Το μάτι μου έπεσε σε ένα όνομα γνωστό και μαζί ασυνήθιστο: «Αυγούστα…» - το επίθετο δεν το συγκράτησα.
«Συνελήφθει το Δεκέμβρη του 1943», έγραφε παρακάτω. «Έδρασε με το ψευδώνυμο Ροζαλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για περίθαλψη και απόκρυψη Βρετανών κατασκόπων και Ελλήνων αντιστασιακών, και για εκτύπωση προκηρύξεων με πολύγραφο, που βρέθηκαν στο σπίτι της. Εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά 1944 στην Καισαριανή».

Δεν έγραφε αν την έλεγαν οι γείτονες τρελή. Αν το σπίτι της ήταν στα Εξάρχεια, στη οδό Βαλτετσίου. Αν φόβιζε τα παιδία με το άγριο μάτι της με την γαμψή της μύτη, με τα ανακατωμένα μαλλιά τα βαμμένα φτερό κοράκου, και με τους ήχους τους μυστήριους που έβγαιναν από το υπόγειο – εκεί ακριβώς όπου σήμερα είναι η Ταβέρνα «Ροζαλία»…
 
Πρωί μαγιάτικης Παρασκευής και η πλατεία Εξαρχείων άδεια προσώρας. Σε λίγο θα γεμίσει κορίτσια μ' ανακατωμένα μαλλιά και αγόρια με μπλου τζίν ξεθωριασμένα – μεγάλα παιδιά, πάνω στην τρέλα τους: Άλλα με ανησυχίες, ταλέντα και όνειρα, άλλα με απελπισία, τρυπήματα και εφιάλτες.

Και εγώ ανηφορίζω τη Βαλτετσίου, την ηλικία, τις μνήμες μου…
Και αναρωτιέμαι πάντα:
Να ήταν άραγε η δική μας η κυρά Αυγούστα εκείνη που έλεγε το βιβλίο;
Να ήταν αλήθεια πως η τρελή των εξαρχείων δούλευε για την Αντίσταση;
Ή να είναι σύμπτωση το όνομα της ταβέρνας;

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Ο καιρός της σοκολάτας της Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2007
«Ο καιρός της σοκολάτας» είναι μια συλλογή διηγημάτων
από τα χρόνια της Κατοχής – Β' Παγκόσμιου Πολέμου.
Μια συλλογή συγκλονιστικών ιστοριών
που έχει ζήσει -παιδί τότε- η συγγραφέας.

Νέες μειωμένες τιμές περισσότερα...
Χριστούγεννα στη Ροζαλία περισσότερα...

Newsletter

Συμπληρώστε τα στοιχεία σας για να λαμβάνετε με e-mail τα νέα μας.
αποστολή